Πότε και πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με το χάντμπολ;

H πρώτη μου επαφή με το χάντμπολ ήταν στην έκτη δημοτικού. Τότε, ο Νίκος Πέρρος,  ο οποίος έχει κάνει τεράστια προσπάθεια στο νησί μας για την ανάδειξη του αθλήματος και παράλληλα ανέδειξε και πάρα πολλούς αθλητές μεταξύ των οποίων και εμένα, διοργάνωνε σχολικούς αγώνες δημοτικών. Εγώ φοιτούσα στο 13ο Δημοτικό και συμμετείχα στους αγώνες. Ήταν πρωτόγνωρη εμπειρία για εμάς, δεν το είχαμε συναντήσει και σε κάποιο άλλο άθλημα. Οι αγώνες γινόταν στο ΕΑΚΚ και ο κ. Πέρρος διέκρινε κάποιους αθλητές και τους έδινε τις πρώτες πληροφορίες αναφορικά με τα τέστ του Αθλητικού γυμνασίου. Ο θεσμός αυτός πλέον δεν υπάρχει αλλά εμείς ήμασταν τυχεροί που προλάβαμε και συμμετείχαμε. Στη συνέχεια πέρασα τα τέστ του αθλητικού γυμνασίου και ακολούθησε μία πορεία με ολοένα και συχνότερες προπονήσεις που με «έβαζε» καθημερινά πιο πολύ μέσα στο χώρο του χάντμπολ.

Στη συνέχεια βγήκατε εκτός νησιού προκειμένου να αγωνιστείτε στην ομάδα του Δούκα. Πώς ήταν η προσαρμογή σας μακριά από την Κέρκυρα;

H πρώτη μου χρονιά μακριά από το νησί ήταν στη Β΄ Λυκείου, όταν παρότι συνέχιζα να αγωνίζομαι για την ομάδα του Φαίακα, είχα μεταβή στη Θεσσαλονίκη και συμμετείχα με το 2ο Λύκειο Συκεών στο Πανελλήνιο σχολικό πρωτάθλημα, το οποίο και κατακτήσαμε και εν συνεχεία αγωνιστήκαμε στο Παγκόσμιο σχολικό πρωτάθλημα. Το 1997 ακολούθησε η μεταγραφή στο Δούκα, μαζί με τον Αλέξανδρο Βασιλάκη, με τον οποίον ήμασταν μαζί και στη Θεσσαλονίκη και για αρκετά χρόνια παραμείναμε στις τάξεις του Δούκα και κατακτήσαμε και κάποιους τίτλους. Η προσαρμογή στην πραγματικότητα ήταν δύσκολη, διότι βρεθήκαμε πολύ απότομα σε ένα περιβάλλον με πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις και μία πολύ διαφορετική προσέγγυση στο χάντμπολ από αυτή που είχαμε στο νησί. Ήμασταν πολύ τυχεροί όμως που βρεθήκαμε στα Εκπαιδευτήρια Δούκα, καθώς λόγω τις σχέσεις εκπαίδευσης και αθλητισμού, υπήρχε μεγάλη ανοχή στο νεαρό της ηλικίας μας και μας έδιναν την ευκαιρία να διορθώνουμε τα λάθη που κάναμε και τις αδυναμίες που είχαμε. Ήταν δύσκολο να προσαρμοστούμε από ένα ερασιτεχνικό και «παρεϊστικο» περιβάλλον σε ένα πιο επαγγελματικό περιβάλλον με διαφορετική αφετηρία.

Μετά το Δούκα, το 2006, ακολούθησε η παρουσία σας στην ισπανική Αλγεθίρας. Πώς ήταν πλέον η μετάβαση σας στο εξωτερικό;

Την εποχή εκείνη, είχαν προηγηθεί τοα Προολυμπιακά χρόνια (2000-2004) και υπήρχε έντονη δραστηριότητα στο χώρο του χάντμπολ με την Εθνική Ελλάδος, η οποία προετοιμαζόταν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Υπήρχαν συνεχή ταξίδια, τουρνουά, προπονητικά κάμπ κλπ. Πλέον είχαμε μπει σε μία διαδικασία να εισαχθούμε στον «κόσμο» του ευρωπαϊκού χάντμπολ. Ήταν πολύ πιο εύκολη η προσαρμογή στην Ισπανία και τη Liga ASOBAL, το κορυφαίο πρωτάθλημα εκείνη την εποχή στον κόσμο ποιοτικό, πολύ πιο εύκολη από την προσαρμογή μου από την Κέρκυρα στην Αθήνα, καθώς και στο Δούκα και στον Αθηναϊκό, όπου είχα αγωνιστεί για μία χρονιά, όλα λειτουργούσαν εντελώς επαγγελματικά. Ήταν μία καινούρια διαδικασία σε κάτι ακόμα πιο επαγγελματικό, έχοντας δίπλα μου αθλητές, οι οποίοι ήταν «stars» του αθλήματος, αλλά ήταν πιο εύκολο γιατί είχαμε μπει ήδη σε επαγγελματικά πρότυπα στην Ελλάδα.

Κατόπιν, ακολούθησε η παρουσία σας στο -διαχρονικά- κορυφαίο πρωτάθλημα στον κόσμο τη Budesliga.

Εκείνη την περίοδο υπήρχε μία μεγάλη διαμάχη για το ποιο είναι το κορυφαίο πρωτάθλημα στον κόσμο. Υπήρχε μία διχογνωμία για το αν ήταν πιο ισχυρό πρωτάθλημα το ισπανικό ή το γερμανικό. Στην πραγματικότητα τα χρόνια που αγωνιζόμουν στη Γερμανία, το ισπανικό πρωτάθλημα ήταν όντως πιο ισχυρό και αυτό φαινόταν από τις κατακτήσεις των ευρωπαϊκών τίτλων. Όταν αποχώρησα από την Ισπανία έγινε ένα μεγάλο οικονομικό «κραχ» αναφορικά με τις κατασκευαστικές εταιρίες στην Ισπανία και αυτό επηρέασε πολύ και το πρωτάθλημα του χάντμπολ. Από τη σεζόν 2008-09 και μετά υπήρχε «παντοκρατορία» των Γερμανών στο χώρο του χάντμπολ. Σιγά – σιγά και η Γαλλία άρχισε να έχει ανοδική πορεία όμως, δίχως αμφισβήτηση τα τελευταία 15 χρόνια η Budesliga είναι το κορυφαίο πρωτάθλημα.

Παράλληλα, αγωνιζόσαταν και με την Εθνική Ελλάδος. Πώς είναι για έναν αθλητή να αγωνίζεται με το «εθνόσημο»;

Πρώτα από όλα έχω αγωνιστεί από πολύ νεαρή ηλικία με το «εθνόσημο», καθώς έχω αγωνιστεί σε όλα τις ηλικιακές βαθμίδες της Εθνικής ομάδας και πολλές φορές αγωνιζόμουν και σε μεγαλύτερες κατηγορίες από την ηλικία μου. Ήμουν πχ στην Εθνική παίδων και αγωνιζόμουν και στη νέων. Είχα πολύ έντονη παρουσία στα ηλικιακά τμήματα και πολύ νέος μπήκα και στην Εθνική ανδρών. Έκανα την πρώτη μου συμμετοχή σε ηλικία 19 ετών σε έναν εκτός έδρας αγώνα κόντρα στη Δανία, σε ένα κατάμεστο γήπεδο. Ήταν απρόσμενο, καθώες το δίδυμο των τερματοφυλάκων της Εθνικής εκείνη την εποχή ήταν σταθερό. Πρόεκυψε όμως ένας τραυματισμός και εντελώς απροσδόκητα βρέθηκα να φοράω σε πολύ νεαρή ηλικία τη φανέλα της Εθνικής ανδρών. Παρά την ήττα που γνωρίσαμε σε εκείνη την αναμέτρηση, είχα πραγματοποίησει μία αρεκετά καλή εμφάνιση, δεδομένης και της απειρίας μου. Στην Εθνική Ομάδα αγωνίστηκα από τότε έως και το τέλος σχεδόν της καριέρας μου. Πολλές παρουσίες, πολλοί διαφορετικοί προπονητές, έχω ζήσει στην Εθνική από την προηγούμενη και την προ-προηγούμενη γενιά από εμένα, όντας νεαρός και τα τελευταία χρόνια έζησα και τις πολύ νεότερες γενιές. Η Εθνική ομάδα, όσο κλισέ και αν ακούγεται, είναι η μεγαλύτερη τιμή για έναν αθλητή και πάντα σε εμένα είχε ιδιαίτερη βαρύτητα να εκπροσωπώ τη χώρα μου. Πάρα πολλές εμπειρίες και αναμνήσεις, τις οποίες κρατάω μέσα μου σαν μεγάλη επιτυχία για την αθλητική μου πορεία.

Στην καριέρα σας έχετε κατακτήσει συνολικά 26 τίτλους και είστε ο αθλητής με τους περισσότερους τίτλους στην Ελλάδα στο άθλημα σας. Πώς αισθάνεσθαι για αυτό;

Είναι ιδιαίτερα τιμητικό για εμένα και την καριέρα μου. Όμως έχει και τα θετικά του και τα αρνητικά του εάν το αναλύσουμε. Σπουδαίοι Έλληνες χαντμπολίστες που αγωνίστηκαν επί σειρά ετών σε πολύ υψηλού επιπέδου πρωταθλήματα όπως το γερμανικό, όπως π.χ. ο Αλέξανδρος Βασιλάκης, ο οποίος έκανε μία σπουδαία καριέρα και συνεχίζει ακόμα να αγωνίζεται στο Λουξεμβούργο, αγωνίστηκε για 12 χρόνια στη Budesliga, έκανε τρομερά πράγματα σε ατομικό επίπεδο και μη έχοντας τη δυνατότητα εκεί να αγωνιστεί σε μία ομάδα που να διεκδικεί πρωτάθλημα, δεν κατάφερε να έχει τόσες κατακτήσεις τίτλων όσες εγώ. Στη συνέχεια επέστρεψα και στην Ελλάδα, αγωνίστηκα και σε πρωταθλήματα χαμηλότερου επιπέδου από τη Budesliga, όπως π.χ. το ιταλικό. Θέλω να καταλήξω στο ότι οι κατακτήσεις τίτλων και λένε κάτι αλλά όχι όμως και τα πάντα. Εγώ είμαι όμως χαρούμενος γι΄ αυτό γιατί από μικρός ήθελα πάντα να κερδίζω, όσο λοιπόν αγωνίστηκα στην Ισπανία και τη Γερμανία και ειδικά στη Γερμανία όπου είχαμε μία πολύ δυσκολή πορεία, με πολλά οικονομικά προβλήματα και εν τέλει υποβιβαστήκαμε στο τέλος της χρονιάς. Στο τέλος της χρονιάς φαντάσου έλυσα το συμβόλαιο μου (είχα ένα χρόνο ακόμα) διότι ήθελα να πάω κάπου να διεκδικήσω τίτλους. Από τη Γερμανία οδηγήθηκα στην Ιταλία και την Κοβερσάνο και κατέκτησε δύο ντάμπλ, οι τίτλοι ήταν πάντα κίνητρο, ικανοποίηση και χαρά για εμένα.

Ποια θα χαρακτηρίζατε την καλύτερη στιγμή της σταδιοδρομία σας;

Αν αρχίζω να θυμάμαι στιγμές από την παρουσία μου στο χάντμπολ, θα μείνουμε εδώ για ώρες. Μία στιγμή που έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη μου είναι η πρώτη πρόκριση που πήραμε σαν Εθνική ανδρών για το Παγκόσμιο πρωτάθλημα της Τυνησίας σε έναν διπλό αγώνα με την Ελβετία. Στην Ελλάδα είχαμε κερδίσει με 3-4 γκολ διαφορά και στον επαναληπτικό είχαμε φοβερή απόδοση και πετύχαμε την πολυπόθητη πρόκριση, η οποία ήταν η πρώτη και μέχρι πολύ προσφατά η τελευταία σε μεγάλη διοργάνωση. Μία σπουδαία πραγματικά στιγμή και θυμάμαι ότι μετά τον αγώνα και κατά την επιστροφή τα συναισθήματα ήταν πολύ έντονα.

Σε συλλογικό επίπεδο σίγουρα το πρώτο πρωτάθλημα που κατακτήσαμε με το Δούκα, είναι για εμένα μία μεγάλη στιγμή, πολύ συγκηνισιακά φορτισμένο. Τότε εγώ και ο Αλέξανδρος Βασιλάκης (τον αναφέρω συνέχεια καθώς η αρχή της πορείας μας ήταν κοινή) είχαμε πάει στην ομάδα του Δούκα, η οποία έκανε σημαντικές επενδύσεις στο χάντμπολ εκείνη την εποχή, ως δύο από τα μεγαλύτερα ταλέντα της εποχής και βάλαμε το «λιθαράκι» μας στην πρώτη κατάκτηση πρωταθλήματος στην ιστορία του Δούκα. Τότε είχαμε φτάσει στους τελικούς με τον Ιωνικό Νέας Φιλαδέλφιας και οι νίκες ήταν 1-1. Στο Ζηρήνειο, λοιπόν, γινόταν ο τελευταίος τελικός που θα έκρινε τον πρωταθλητή. Σκληρό παιχνίδι, σκληρές άμυνες, πολύ χαμηλό σκορ και δύο ομάδες που διεκδικούσαν λυσσαλέα την κατάκτηση του τίτλου. Τελικά, το πρωτάθλημα κρίθηκε στα πέναλτι και έπαιξα κομβικό ρόλο καθώς με μία δική μου απόκρουση έληξε το παιχνίδι και κατακτήσαμε το πρωτάθλημα. Τότε υπήρχε οικογενειακό κλίμα στην ομάδα και ο αείμνηστος τότε πρόεδρος, Ιωάννης Δούκας, ο οποίος επέβλεπε προσωπικά την παρουσία μας στην Αθήνα, αλλά και όλη η οικογένεια του ΑΣΕΔ (μόνο έτσι μπορώ να τη χαρακτηρίσω) όπως ο Θεόφιλος Βάτης, η Σελέστη, ο Τάκης Σαββίδης. Ένα αξέχαστό απόγευμα για όσους το ζήσαμε.

Στην καριέρα σας αγωνιστήκατε και σε δύο μεγάλα Brandname του ελληνικού αθλητισμού όπως η ΑΕΚ και ο Ολυμπιακός ένα σχόλιο για την παρουσία σας εκεί;

Πρόκειται για δύο διαφορετικές περιόδους του αθλήματος. Η μεταγραφή μου στην ΑΕΚ έγινε σε μία περίοδο, στην οποία η ΑΕΚ έκανε μία προσπάθεια να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν περισσότερους από τους κορυφαίους Έλληνες αθλητές της γενιάς μου, αλλά και νεότερους. Στόχος ήταν η δημιουργία μίας πολύ δυνατής ομάδας, η οποία θα διεκδικούσε με αξιώσεις ίσως και κάποιο ευρωπαϊκό τίτλο. Αυτό το project μας παρουσιάστηκε. Στην πορεία προέκυψαν πολλά προβήματα, κυρίως οικονομικά και η προσπάθεια αυτή δεν εξελίχθηκε. Στην ΑΕΚ έμεινα 1.5 χρόνο και μετά επέτρεψα στην Ιταλία προκειμένου να αγωνιστώ στη Μπολζάνο. Η οικονομική κατάσταση στην ΑΕΚ ήταν πολύ δύσκολη και δεν μου έχει αφήσει και τις καλύτερες αναμνήσεις.

Όταν αγωνιζόμουν στον ΙΕΚ Ξυνή Δικέα, το 2017 η ομάδα εντάχθηκε στον ερασιτέχνη Ολυμπιακό. Ο κ. Ξυνής είναι ένας άνθρωπος της εκπαίδευσης, ο οποίος έχει επενδύσει πολύ στο άθλημα μας από τα πρώτα χρόνια και η παρουσία του είναι καθοριστική στο Χάντμπολ. Έτσι βρεθήκαμε σε έναν οργανισμό, ο οποίος αποτελεί τον κορυφαίο πολυαθλητικό σύλλογο στην Ελλάδα από όλες τις απόψεις. Ήταν κάτι πολύ θετικό για εμάς. Εκεί συνάντησα πολύ αξιόλογους ανθρώπους όπως το Μιχάλη Κουντούρη, το Γιάννη Δαλέζιο, μας ακολουθούσε και ο Ευθύμης Πουρνάρας από το Δικέα. Όλοι αυτοί δημιούργησαν ένα περιβάλλον απόλυτης ασφάλειας και παρά τις δυσκολίες που προέκυψαν. Για εμένα η παρουσία μου στον Ολυμπιακό είναι η πιο σπουδαία και η πιο ευχάριστη ανάμνηση που έχω από το άθλημα. Κατακτήσαμε τίτλους ακόμα και όταν δεν ήμασταν φαβορί, έλαβα αγάπη από τον κόσμο και υποστήριξη από τη διοίκηση.

Πώς αισθανθήκατε που ήσασταν αρχηγός αυτού του συλλόγου;

Είχα μία τεράστια ευθύνη, την οποία όμως μπορούσα -και λόγω ηλικίας- να τη διαχειριστώ. Ήξερα τι πρέπει να κάνω για να διατηρηθούν οι ισσοροπίες και δεν είχα κάποιο έξτρα άγχος, αλλά ήξερα ότι είχα μία παραπάνω ευθύνη. Μιλάμε για αποδυτήρια, πολλοί διαφορετικοί χαρκτήρες, οι ισσοροπίες είναι λεπτές, πρέπει κάποιες φορές ως αρχηγός για το καλό της ομάδας να κάνεις κάποια βήματα «πίσω» και να αφήσεις στην άκρη τον εγωισμό σου. Θεωρώ πώς είχα μία καλή παρουσία και στο κομμάτι του αρχηγού, πέραν της αγωνιστικής μου παρουσίας.

Πώς πήρατε την απόφαση να επιστρέψετε στην Κέρκυρα για λογαριασμό του Φαίακα;

Χωρίς να θέλω να επεκταθώ περισσότερο, την περίοδο της πανδημίας πέραν της υγειονομικής κρίσης, συνέβησαν πολλές παλοινωδείες και στο κομμάτι του ερασιτεχνικού αθλητισμού. Εγώ ήμουν ένας αθλητής σε μία πολύ προχωρημένη ηλικία, αγωνιζόμουν κάνοντας συντήρηση και διαχειριζόμενος τα προβλήματα τραυματισμών που είχα αποκομίσει από όλη την πορεία μου στο χάντμπολ. Έχω κάνεις τρεις επεμβάσεις στους χιαστούς, με τελευταία εκείνη την περίοδο, είχα ταλαιπωρήσει αρκετά τον οργανισμό μου. Το σταματά – ξεκίνα εκείνης της περίοδου δεν μου επέτρεπε να συνεχίσω στους ίδιους ρύθμους, δεν ήταν εύκολο να ξαναμπώ στο γήπεδο, παρά το γεγονός ότι είχα μία πολύ τιμητική πρόταση για ανανέωση με τον Ολυμπιακό. Αυτό όμως προυπόθετε πολύ προσπάθεια από εμένα προκειμένου να είμαι έτοιμος την επόμενη σεζόν για να μπορώ να προσφέρω στην ομάδα. Δεν ήθελα να πάρω τέτοια ευθύνη στα 42 μου χρόνια, ούτε να εκτεθώ με οποιονδήποτε τρόπο μέσα στο γήπεδο, οπότε τους ευχαρίστησα για την πρόταση και πήρα την απόφαση να επιστρέψω στην Κέρκυρα, στην οποία για εργασιακούς λόγους ήμουν υποχρεωμένος κάποια στιγμή να επιστρέψω, καθώς είμαι δημόσιος υπάλληλος και είχα την υποχρέωση να επιστρέψω για δύο τουλάχιστον χρόνια στην Κέρκυρα που είναι η οργανική μου θέση έτσι ώστε να μονιμοποιηθώ. Θεώρησα ότι εκείνη ήταν η σωστή στιγμή και προχώρησα σε αυτή την κατεύθυνση.

Ποιοι οι στόχοι σας για τη νέα σεζόν με την ομάδα του Φαίακα;

O Φαίακας είναι ένα πολύ ιστορικός αθλητικός σύλλογος για τον κερκυραϊκό αθλητισμό. Όταν επέστρεψα στην Κέρκυρα μαζί με τους ανθρώπους που ασχολούται διοικητικά με το Φαίακα, τον Αλέκο Αυλωνίτη, τον Κώστα Κυπριώτη, το Σπύρο Κατσαρό, κάναμε μία προσπάθεια να βάλουμε τα πράγματα, ορθολογικά, σε μία νέα βάση.

Την προηγούμενη χρονιά προχωρήσαμε σε εκλογές, αναδείχθηκε ένα νέο Δ.Σ. με πρόεδρο τον Αλέξανδρο Αυλωνίτη και παράλληλα ήρθαν και κάποιοι ακόμα άνθρωποι να συνδάμουν στην προσπάθεια μας, όπως ο Γιάννης Αρμενιάκος κ.α.

Στόχος ήταν να ξαναχτίσουμε το κομμάτι των ακαδημιών, ο σύλλογος θα γεμίσει με παιδιά και θα έχει αθλητές σε όλα τα ηλικιακά τμήματα, διότι τα νησιά στην Ελλάδα έχουν το πρόβλημα ότι τα παιδιά σε ηλικία 18 ετών φεύγουν για σπουδές στα αστικά κέντρα και έτσι δεν μπορεί ένα σωματείο να κρατήσει ένα σταθερό κορμό. Στο Φαίακα μέσα σε δύο χρόνια χάσαμε συνολικά 3 αθλητές, οι οποίοι βρισκόταν στην καλύτερη ηλικία για να προσφέρουν στην ομάδα. Την επόμενη χρονιά κατά πάσα πιθανότητα θα χάσουμε ακόμα 2-3 αθλητές.  Αυτό φέρνει μία πρόσθετη δυσκολία στη λειτουργία της αντρικής ομάδας. Αυτή τη στιγμή η αντρική ομάδα έχει κάποιους εξαιρετικούς αθλητές, κάποιοι από αυτούς με σημαντική πορεία στο χάντμπολ, όμως πλέον βρίσκονται στον εργασιακό «στίβο» έχουν πολλές υποχρεώσεις και συμμετέχουν με έναν πιο «ερασιτεχνικό» τρόπο. Υπάρχει μεγάλο ηλικιακό χάσμα με την επόμενη γενιά. Έτσι αποφασίσαμε να μη βάλουμε αυτοσκοπό την άνοδο στην πρώτη κατηγορία, διότι αυτό φέρνει πάρα πολλά θέματα διαχείρισης και εύρεσης πόρων που πρέπει να λυθούν και γίνεται πολύ δύσκολο από τη στιγμή που η βάση των αθλητών μας δεν μπορεί να υπηρετήσει τις υποχρεώσεις της πρώτης τη τάξη κατηγορίας. Κάπου πρέπει να συμβιβαστούμε με την πραγματικότητα, χτίζοντας ακαδημίες και περιμένοντας να δημιουργηθεί μία «μαγιά» αθλητών που να μπορεί με μία μικρή  ενίσχυση με κάποιων αθλητών από άλλες πόλεις ή το εξωτερικό, να υπηρετήσει το στόχο της Α1΄. Το σενάριο των πολλών μη Κερκυραίων αθλητών στην ομάδα, το επιχείρησαμε στο παρελθόν και είναι θνησιγενές. Δεν μπορεί να προχωρήσει. Αν όμως μας προκύψει η δυνατότητα θα την διεκδικήσουμε μέχρι τέλους. Απλά δεν είναι αυτοσκοπός. Αυτοσκοπός είναι τα τμήματα υποδομής, πήραμε την απόφαση επαναλειτουργίας του γυναικείου τμήματος, το οποίο τα τελευταία δύο χρόνια ήταν σε αναστολή για οικονομικούς λόγους και οι αθλήτριες μας αγωνιζόταν στον Κερκυραϊκό ΓΣ. Θέλουμε ο Φαίακας να έχει φυσιολογική εξέλιξη στη διεκδίκηση στόχων.

Ένα σχόλιο για τις υποδομές του σωματείου;

Kάνουμε μία εξαιρετική προσπάθεια, είμαι πολύ ικανοποιημένος, καθώς έχει δημιουργηθεί ένα γκρουπ αθλητών με ιδιαίτερη αγάπη και πάθος για το άθλημα. Επίσης οι γονείς έχουν πλαισιώσει πολύ καλά αυτή την προσπάθεια. Υπεύθυνος των ακαδημιών μας είναι ο Κώστας Μιχαλάκης, ο οποίος αγαπάει πολύ αυτό το project και το υπηρετεί με «ευλάβεια». Τρέχουμε παράλληλα και άλλες δράσει όπως π.χ. το grass handball. Για εμάς το κομμάτι των υποδομών είναι το πιο σημαντικό project αυτή τη στιγμή.

Τι θα συμβουλεύατε ένα παιδί που ξεκινάει τώρα την ενασχόλησή του με το χάντμπολ;

Εδώ και πολλά χρόνια αυτό που συμβουλεύω και τα παιδιά και τους γονείς είναι ότι ο αθλητισμός είναι υγεία και ευτυχία και έχει πάρα πολλά πράγματα να προσφέρει σε έναν άνθρωπο. Στην Ελλάδα κατ΄ εμέ έχει μεγάλη σημασία ο αθλητισμός να καλλιεργείται παράλληλα με σπουδές. Δυστυχώς η χώρα μας δεν δίνει τη δυνατότητα να ασχοληθούμε αποκλειστικά με ένα άθλημα πρέπει απαραίτητα να κοιτούν και το δρόμο της εκπαίδευσης, είτε αφορά το πανεπιστήμιο, είτε την εκμάθηση μίας τέχνης.

προσεχείς αυτοδιοικητικές εκλογές συμμετέχετε ως υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με το συνδυασμό της κας Μερόπης Υδραίου. Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την Στις πολιτική;

Όταν επέστρεψα στην Κέρκυρα είδα τις αδυναμίες που υπάρχουν στον αθλητισμό. Η πρόταση της Μερόπης Υδραίου με τίμησε. Πρέπει να πιέσουμε για τα θέματα των υποδομών και να στήσουμε νέες αθλητικές δράσεις προς όφελος όλων των πολιτών. Στην τοπική αυτοδιοίκηση θεωρώ ότι η πολιτική περισεύει. Χρειάζονται άξιοι άνθρωποι, εξειδίκευση και αγάπη για τον τομέα που αναλαμβάνει ο καθένας. Προσωπικά αγαπάω το αθλητισμό στον οποίον έχω περάσει όλη μου τη ζωή, σαν ολότητα. Στην Κέρκυρα υπάρχουν πολλές ανάγκες και προβήματα που πρέπει να διορθώσουμε για να δώσουμε στους νέους ανθρώπους τη δυνατότητα της παράλληλης διαδικασίας εκπαίδευσης και αθλητισμού, κάτω από ωραίες συνθήκες. Έχω πολλές ιδέες και σκέψεις για τον αθλητισμό που πιστεύω θα εφαρμοστούν, ελπίζω ο εκλογικός αγώνας που θα ακολουθήσει να μας βρει νικητές και αυτά που έχω στο μυαλό μου μαζί με τη Μερόπη Υδραίου να τα υλοποιήσουμε.